Читать онлайн «Τα Γεωργικά»

Автор Вергилий

Virgil

Τα Γεωργικά

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Τι κάνει τα γεννήματα καλόρεχτα, με τι άστροΤαιριάζει να γυρίζονται, Μαικήνα, τα χωράφια,Και στο φτεληά να δένεται το κλήμα· ποιες φροντίδεςΚαματερά και πρόβατα χρειάζονται και πόσηΠράξη θέλουν οι μέλισσες, που οικονομούν· εδώθεθα αρχίσω το τραγούδι μου. Του κόσμου εσείς φωστήρεςΛαμπρότατοι κι' οδηγητές στον ουρανό του χρόνου,Οπού περνά, εσύ Δήμητρα πανέμνοστη και Βάκχε,Ανίσως με τη χάρη σας άλλαξε η γης σε αστάκιΘρεφτάρικο το Χαονικό βαλάνι της, κι' ανίσωςΜε τα σταφύλια, που ηύρατε, το κύμα του ΑχελώουΑντάμωσε· και Φαύνοι εσείς, που η δύναμή σας σκέπειΤους δουλευτές· Φαύνοι μαζή και κορασιές Δρυάδες,Ελάτε, εγώ τα δώρα σας ψάλλω. Κι' ω Ποσειδώνα,Που έκρουσες με την τρίαινα τη δυνατή το βράχο,Και πρώτη η γης σου ανάδωκε τάτι που χλημιντράει,Και συ, που στέκεις στα δρυμά και που για σε στης ΚέαςΤους λόγγους τους θρεφτάρικους λευκά δαμάλια βόσκουνΤρακόσια· και των κοπαδιών φυλάχτορα, εσύ Πάνα,Αν αγαπάς το Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου,Αφίνοντας το πατρικό το δάσος, Τεγεαίε,Και του Λυκαίου τα δρυμά· και της εληάς ευρέτρα,Και συ παιδι που ανάδειξες ταγγυστρωτό τ' αλέτρι,Και συ Σιλβάνε, που κρατείς χολό κυπαρισσάκιΣύρριζο· κι' όλοι σας θεοί και θέαινες αντάμα,Που ρίχνετε τ' ανάβλεμμα πρόθυμα στα χωράφιαΚαι νέους θρέφετε καρπούς χωρίς κανένα σπόροΚαι χύνετε πολλές βροχές για τα σπαρτά ουρανόθε·Και τέλος και συ, Καίσαρα, που γλίγωρα θα σ' έχουνΔεν ξέρω των αθάνατων ποιοι σύλλογοι, είτε θέλειςΝάχεις φροντίδα για τη γης, να κυβερνάς τες χώρες,Και σένα να παραδεχτεί της τρικυμίας αφέντηΚαι των καρπών δημιουργόν η τρισμεγάλη σφαίρα,Ζώνοντας με τη μητρική μυρτιά το μέτωπό σου·Είτε κι αν έρθεις σα θεός του απέραντου πελάγου,Και οι ναυτικοί τη χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν,Και σε λατρέψει η ακρόκοσμη Θούλα και σ' αγοράσειΜ' όλα τα κύματα γαμπρό δικό της η Τηθύα·Είτε και με τους όψιμους τους μήνες σμίξεις άστροΚαινούριο, εκεί που ανάμεσα στάστρα της ΗριγόνηςΚαι στες χηλές, που ακολουθούν, είνε ανοιχτός ο τόπος,(Ο φλογισμένος ο Σκορπιός μαζεύει από τα τώραΟ ίδιος τα βραχιόνια του και τουρανού σ' αφίνειΠερσότερο από το σωστό μοιράδι·) ότι κι' α θάσαι(Τι βασιληά τα Τάρταρα δεν πρέπει να σ' ελπίζουν·Μη σούρθει τόσο φοβερός πόθος να βασιλεύεις, —Αν και θιαμάζουν οι Έλληνες τα Ηλυσιακά λιβάδια,Κ' η Περσεφόνη αρνήθηκε τη μάννα ν' ακλουθήσει,Που τη ζητούσε·) στρέξε εσύ τ' απόκοτο άρχισμά μουΚαι δος του δρόμου εύκολο και βάδιζε μαζή μου,Σπλαχνιστικός για τους γεωργούς τους άγνωρους της στράτας,Και με δέησες συνείθισε να κράζεσαι από τώρα. Με την καινούριαν άνοιξη, σα νερουλιάζει ο πάγοςΣτα θολωμένα τα βουνά και με ταέρι λυώνειΟ σάπιος σβώλος, παρευτύς ζεμένο το δαμάλιΣτο πλακωμένο τάλατρο το μουγγητό ας μου αρχίσει,Κι' ας μου ξαστράφτει το γυννί στ' αυλάκι τροχισμένο. Μονάχα η γης που δυο φορές ήλιο γρικά και κρύαΣτου δουλευτή ταχόρταγου τους πόθους απαντάει·Κεινού τ' αμπάρια εσκεύρωσεν ο αμέτρητος ο θέρος. Πριν όμως σκίσει σίδερο τ' αγνώριμο χωράφι,Να μάθουμε τους άνεμους θα λάβουμε την έγνοιαΚαι τουρανού τα διάφορα συνήθεια, και στους τόπουςΤι φύτευαν οι παλαιοί και τι είνε φυσικό τους,Και κάθε μέρος τι γεννά και τι το κάθε αρνιέται. Εδώ προκόβουν τα σπαρτά, κ' εκεί τ' αμπέλια κάλλιο,Κι' αλλού των δέντρων οι καρποί, και πρασινίζουν χόρταΑπρόσταχτα. Μη δε θωρείς που οι τρυφεροί ΣαβαίοιΜας στέρνουν τα λιβάνια τους, η Ινδία το φίλντισί της,Ο Τμώλος κρόκου αρώματα, κ' οι Χάλυβες οι ζόρκοιΣίδερο; Και φαρμακερά καστόρχια στέρνει ο Πόντος,Κ' η Ήπειρο των Ολυμπιακών πουλάρων της τα βάγια. Η φύση αμέσως πρόβαλε σε διορισμένους τόπουςΤους νόμους τούτους, κ' έγραψε συνθήκες αναιώνιες,Άμα που ο Δευκαλίωνας στον αδειανόν τον κόσμοΤες πέτρες επρωτόριξε που γίνηκαν ανθρώποι,Το γεννοβόλι το σκληρό. Λοιπόν ομπρός· ας γέρνουνΤης γης την όψη την παχειά τα δυνατά δαμάλια,Δίχως να χάνεται ο καιρός από τους πρώτους μήνεςΤου χρόνου, και το σκονιστό το καλοκαίρι ας βράσειΜε τόριμο λιοπύρι του τους σβώλους που απομένουν. Αλλά α δεν είνε γόνιμο το χώμα, τότες φτάνειΝα τ' αλαφρόσουν αύλακες ριχοί, σα βγαίνει ο Αρκτούρος,Θάπνιγε αλλοιώς τους γελαστούς καρπούς εκεί το χόρτο,Κ' εδώ στον άμμον το φτωχό θάφευγε, η λίγη νότια. Κι' ομοίως σ' αντικατάλλαγες χρονιές δε θα δουλεύειςΤο θερισμένο νιόργωτο χωράφι και θ' αφήκειςΣτη σκόλη να δυναμωθούν οι μουδιασμένοι κάμποι·Ή, μ' άλλο αστέρι, κίτρινο σιτάρι θε να σπείρεις,Εκεί, όπου πριν εθέρισες τόσπριο το ψωμωμένοΣτο βροντερό λοβίδι του, και τη λιανή τη γένναΤου λαθυριού, και του πρικού του λουμπανιού τα φλέστραΤα ψαθερά και το λογγό που ολόγυρα αντηχούσε,Γιατί τα λιναρόφυτα συγκαίνε τα χωράφια,Καίνε κ' οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ' οι παπαρούνες,Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες. Μα σαν ξαλλάζεις τες σπορές είν' εύκολος ο κόπος,Α μοναχά δε ντρέπεσαι το χώμα τ' αναμμένοΝα το χορτάσεις κοπριές παχειές και στα χωράφιαΤα ξεπεσμένα ακάθαρτες να ρίξεις στάχτες· κ' έτσι,Όταν αλλάζεις τους καρπούς, οι κάμποι ξεμουδιαίνουν,Κι' ως τόσο ούτε το δόσιμο της χέρσης γης δε λείπει. Οι κάμποι κι' όλας οι φτωχοί πολλές φορές συμφέρειΝ' ανάφτονται και τ' αλαφρυά ταχύρατα να καίγουνΟι φλόγες που τριζοκοπούν, είτε γιατί από κείθεΤο χώμα παίρνει δύναμες κρουφές και πλούσιο θρέμμα. Είτε γιατί με τη φωτιά του ξεθυμαίνουν όλεςΟι κακοσύνες κ' οι όγρητες οι ανέφελες σαν ίδροςΒγαίνουν, ή και περσότερους δρόμους και φυσητήρεςΚλειστούς ανοίγει η ζεστασιά, κ' έτσι το νιο χορτάριΠαίρνει χυμούς, ή και γιατί φρύγει περσά και σφίγγειΤες φλέβες τες ορθάνοιχτες, κ' έτσι η λιανή ψυχάλα,Ή η μπόρεση η δεινότερη του ήλιου τ' αψιωμένου,Ή και το κρύο το ψιλό της μπόρας δε θα βλάφτουν. Πολύ βοηθάει κι' όλας τη γης όποιος με τες αξίνεςΤους σβώλους τους ασάλευτους συντρίβει κι' από πάνουΣέρνει τα βέργινα πλεχτά· (του κάκου δεν τηράζειΕκείνον από τα ψηλά του Ολύμπου η ξανθομάλλαΔήμητρα·) κι' όποιος, γέρνοντας λοξά το αλέτρι, πάλιΧαλά τες ράχες που άσκωσε στο σιάδι το σκισμένο,Και σκάφτει το συχνό τη γης και τήνε δυναστεύει. Προσευκηθείτε, δουλευτές, για βροχερνά ηλιοστάσιαΚαι για χειμώνες ξάστερους. Στες σκόνες του χειμώναΤα στάρια είνε πασίχαρα, χαιράμενος κι' ο κάμπος. Χωρίς δουλειά περήφανη είνε η Μυσία τόσο,Θιαμάζουν και τα Γάργαρα τους θέρους τους τα ίδια. Τι θένα πω για εκείνον που, με το τσαπί στο χέρι,Τη γης παιδεύει, αφού έρριξε το σπόρο και γκρεμίζειΤες σωριασμένες χούμουλες πώχουν περίσσιο πάχος;Και το ποτάμι στα σπαρτά στερνώτερα οδηγάειΚαι τα τραφούλια, που υπακούν· και σύντα ο κάμπος βράζει,Ξερός, με ετοιμοθάνατα χορτάρια, να, το κύμαΑπό του ορθού μονοπατιού το χτένι κατεβάζει;Εκείνο πέφτει ανάμεσα στους τροχισμένους βράχουςΚαι βγάζει ένα μουρμούρισμα βραχνό και θαραπεύειΤα διψασμένα χώματα με το αναβρύσιασμά του. Και τι γι' αυτόν που των σπαρτών το θύμωμα να βόσκουνΣτο χορταράκι ταπαλό τα πρόβατά του αφίνειΑμέσως άμα τα φυτά ταυλάκια τους σκεπάσουν,Μήπως ταστάκια τα βαρειά ξεγύρουν τα καλάμια;Και τι γι' αυτόν, που, όσα νερά συμμάζεψαν οι βάλτοι,Μακράθε από τες χούμουλες τες πιοταριές ξεσπάει,Σα μάλιστα στους άστατους τους μήνες το ποτάμιΞεχειλισμένο χύνεται και πλημμυράει, τα πάνταΣκεπάζοντας με βούρβουρες, κ' έτσι σαν ίδρος νότιεςΧλιαρές από τες βαθουλές λιμνούλες ξεθυμαίνουν;Μα ενώ όλα αυτά εδοκίμασαν τα έργα των ανθρώπωνΚαι των βωδιών στο δούλεμα της γης, δε βλάβουν λίγοΚαι του Στρυμώνα οι γερανοί, κ' οι αχόρταγες οι χήνες,Και με τες ρίζες τες πικρές τ' αντίδι· και ζημιόνουνΚαι οι ίσκιοι. Δε βουλήθηκεν ο ίδιος ο πατέραςΝα είνε το δούλεμα εύκολο, κ' επρόσταξε αυτός πρώτοςΜε τέχνη η γης να οργόνεται, του ανθρώπου με φροντίδεςΤα φρένα παροξύνοντας, και τα βασίλειά τουΔε θέλησε να χαυωθούν σ'ένα βαρύ κοιμήσι. Γεωργοί τη γης δεν όργωναν πριν κυριαρχήσει ο Δίας. Και μήτε καν δεν έκριναν σωστό να σημαδεύουνΤους κάμπους, ή με τέρμονες να τους αποχωρίζουν. Το χρήσιμο για το κοινό καθένας εζητούσε,Κ' ενώ δε γύρευε κανείς, η ίδια η γης τα πάνταΈδινε προθυμώτερα. Κακό φαρμάκι εκείνοςΕχάρισε στα σκοτεινά σερνάμενα, τους λύκουςΝ' αρπάζουν τους επρόσταξε, τη θάλασσα να σειέται,Και τη φωτιά εξεμάκρυνε, κ' ετίναξε απ' τα φύλλαΤο μέλι, κ' εσταμάτησε και τα κρασιά που ετρέχαν,Σαν ποταμάκια εδώ κ' εκεί, για να μορφώσει η χρείαΜε στοχασμό τες διάφορες τες τέχνες γάλι γάλι. Και το χορτάρι του σταριού στ' αυλάκια να χαλέψει,Και την κρουμμένη τη φωτιά να την ξεπελεκήσειΑπό τες στρυναρόφλεβες. Κ' οι ρεματιές γρικήσανΤότες για πρώτη τους φορά τους κουφωμένους σκλήθρους,Κ' ύστερα ο ναύτης μέτρησε κι' ονόμασε τ' αστέρια:Πούλια, και Υάδες και λαμπρήν Αρκούδα του Λυκάωνα,Κ' ύστερα βρήκε ο άνθρωπος πώς κυνηγιώνται τ' άγριαΜε τες θηλειές και πώς μ' οξούς γελιώνται και πώς πρέπειΝα περικλεί με τα σκυλιά τους λόγγους τους μεγάλους. Και του πλατειού του ποταμού το κύμα τώρα δέρνειΆλλος με τον πεζόβολο και σκίζει το ως τα βάθη,Κι' άλλος τραβά, απ' το πέλαγο το νοτερό του δίχτυ·Το σίδερο ταλύγιστο και το ηχερό λεπίδιΤου πριονιού ήρθαν έπειτα· – τι οι πρώτοι με τες σφήνεςΤο ξύλο το καλόσκιστο κομμάτιαζαν· – και τέχνεςΈπειτα εβγήκαν διάφορες. Κόπια απεικά και φτώχια,Που σπρώχνει σ' έργατα βαρειά, κατάβαλαν τα πάντα. Δίδαξε πρώτη τους θνητούς η Δήμητρα να σκάφτουνΤη γης με σίδερο, άμα που κούμαρα και βαλάνιαΛιγόστεψαν στ' άγιο δρυμό κι' αρνήθηκε η ΔωδώνηΘρόφιμα. Αμέσως έσμιξαν και των σταριών οι αρρώστιες,Κ' έτσι μελούριασμα κακό τα φλέστρα κατατρώει,Και στα χωράφια τάχρηστο ταγκάθι αναγριτσιάζει,Χαλά το γέννημα, τραχύ λογγάρι ξεφυτρόνει:Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, και βασιλεύουν αίρεςΆτυχες κι' αγριόβρωμος μες τα σπαρτά που λάμπουν. Για τούτο α δεν ξεκυνηγάς με τα τσαπιά το χόρτοΑδιάκοπα, κι' αν τα πουλιά δε σκιάζεις με τους κρότους,Κι' α με κασσάρι τες ισκιές του ανήλιαγου του τόπουΔε λιγοστεύεις, και βροχές με τάματα δεν κράζεις,Ώφου! του κάκου θα τηράς ξένους σωρούς μεγάλους,Και σειώντας στα δρυμά το ιδρύ την πείνα θα πρααίνεις. Θα ειπώ και ποια είνε τάρματα του δυνατού ξωμάχου,Που δίχως τους ουδέ σπαρμός δε γένεται ουδέ θέρος:Πρώτα το ξύλο το βαρύ για το ζαβό ταλέτρι,Και το γυννί, και της θεάς, που σέβεται η Ελευσίνα,Ταμάξια τ' αργοκίνητα, κ' οι σάνιες, κ' οι λοκάνες,Και ταξινάρια που απεικά ζυγίζουν, χώρια κι' όλαςΤου Κελεού το ύπεργο το ταπεινό και ιτιένιο. Τα κουμαρένια τα πλεχτά, και του Ίακχου το τηρμόνιΤο μυστικό· κι' από καιρούς παρέτοιμα όλα τούταΘένα φυλάς προβλεφτικός, α θένα σε προσμένειΔόξα, που να σου πρέπεται, της θεϊκιάς γεωργίας. Ένας φτεληάς που από μικρός λυγίστηκε στο δάσοςΚυριεύεται με δύναμη πολλή γι' αλατροπόδι. Κι' άλατρου παίρνει απόζαβην ειδή, κι' οχτώ ποδάριαΤραβιέται ο σύρτης στο χοντρό· κολλιέται κ' η διχάλα,Πούχει τη ράχη της διπλή και τα διπλά φτερούγια. Πρωτοχαλιέται, για ζυγός, τανάλαφρο φλαμούρι,Για χερολάβα, που γυρνά τες χαμηλές ροδούλεςΑπό τα οπίσω, το ψηλό τζιρούνι, και τα ξύλαΤα δοκιμάζει κι' ο καπνός σ' ογνήστρες κρεμασμένα. Πολλά διδάγματα παλαιών μπορώ να σου αναφέρω,Α μείνεις και δε βαρεθείς ψιλοδουλιές να μάθεις:Πρώτα με κύλιντρο τρανό θε να σιαστεί ταλώνι,Με χέρι θ' αναγυριστεί, με λιπαρή λευκάργαΘα πλεριωθεί, για να μη βγει χορτάρι και μη σκάσειΕξουσιασμένο απ' τους μποχούς· τι τότες το ζημιόνουνΧίλιες πληγές συχνώτατα το μικροστό ποντίκιΜέσα στη γης το σπίτι στιεί και χτίζει και τ' αμπάρι,Ή τες μονιές οι ανόμματες οι λυγαρίδες σκάφτουν·Οι ζάμπες κι' όλας βρίσκονται μέσα στες τρύπες κι' όσαΕίνε τα πλήθια τέρατα που η γης γεννά, και λάλεςΤου σιταριού τα θεώρατα κουλούμια διαγουμίζουν,Κι' ο μέρμηγκας που τ' άπορα γεράματα φοβάται. Και κοίταζε σα ντύνονται στα δάσα μ' άνθη πλήθιαΟι αμυγδαλιές κ' οι κλάδοι τους βαΐζουν μυροβόλοι,Αν περισσεύουν ος καρποί, θα γένουν κι' όμοια στάρια,Και μέγα αλώνισμα θαρθεί με τες μεγάλει κάψες·Αν κάμει αντίς ισκιά πολλή το θύμωμα των φύλλων. Θα τρίψει αλώνι περιττά πλούσιο σε χνούδι φλέστρο. Και τες σπορές να ξαρρωστούν πολλούς σπορηάδες είδα,Να τες ποτίζουν νίτρο πριν κι' απέκει μαύρη μούργα,Για να τραναίνουν τα σπειριά στ' απατηλά λοβίδια. Και με φωτιά τέλεια μικρή γοργά να μαλακόνουν. Κι' όμως σπορές, που με πολλούς εξεταστήκαν κόπουςΚαι για καιρό διαλέχτηκαν, είδα να μπασταρδέψουν,Α χρονικώς η μπόρεση τ' ανθρώπου, η τρισμεγάλη,Δε χεροδιάλεε κάθε μιαν. Από θεού τα πάνταΡέπουν προς το χειρότερο· και σαν κυλήσουν, πίσωΔεν ξαναγέρνουν· όχι αλλοιώς παρά καθώς εκείνοςΠου μεταβιάς με τα κουπιά τη βάρκα λάμνει ενάντιαΣτο ρέμα, και που, αν άξαφνα τα μπράτσα ξετεντώσει,Βαθειά τον σέρνει ο ποταμός με τα γοργά νερά του. Και τόσο θα προσέχουμε στ' Αρκτούρου τους αστέρεςΚαι στες ημέρες των Ριφιών και στο λαμπρό τον Όφιο,Όσο κι' αυτοί που πλέοντας προς την πατρίδα πάλιΣ' ανεμισμένα πέλαγα τον πόντο δοκιμάζουν,Και τα στενά τ' αστρακερά της Άβυδος διαβαίνουν. Σαν ίσιες κάνει η Ζυγαριά της μέρας και του ύπνουΤες ώρες και καταμεσίς τη σφαίρα διαμοιράζειΓια το σκοτάδι και το φως, ανθρώποι, ξεσκολάστεΤα βώδια σας και σπείρετε στους κάμπους τα κριθάρια,Ως τη βροχή την ύστερη του ανήμερου ηλιοστάσιου. Κ' είνε καιρός της Δήμητρας η παπαρούνα κι' όλας,Και τα σπαρτά του λιναριού να σκεπαστούν με χώμα,Και ν' ακκουμπήσει ο δουλευτής απάνου στ' άλατρό του,Όσο είνε ακόμα η γης ογρή και κρέμονται τα γνέφια. Σπέρνουν την άνοιξη κουκκιά, και συ, τριφύλλι, τότεςΠέφτεις στ' αυλάκια τα σαπρά· πλακόνουν κ' οι φροντίδεςΟι χρονικές για το κεχρί, ενώ το χρόνο ανοίγειΜε τα χρυσά του κέρατα το λαμπερό Δαμάλι,Κι' ο Σκύλος δυεί ξεφεύγοντας τ' αντίθετο τ' αστέρι. Αλλά α για θέρισμα σταριών και για μεστά ασπροσίτιαΕργάζεσαι κ' είσαι ζηλός μονάχα για τα αστάκια,Τ' Άτλαντα θένα σου κρουφτούν οι αυγερεινές οι κόρες,Θα κατεβή το Κνωσιακό τάστρο του φλογισμένουΤου Στεφανιού, πριν τες σπορές που πρέπουν παραδώκειςΣτ' αυλάκι και πριν μπιστεφτείς σ' ανόρεχτο χωράφιΤην κάθε ελπίδα της χρονιάς σπουδάζοντας. ΑρχίσανΠρι βασιλέψει η Μαία πολλοί, αλλά με κούφια μόνοΑχύρατα τους γέλασε το γέννημα που ελπίσαν. Αν πάλι σπείρεις λάθυρους και το φτηνό φασούλι,Και της Πηλουσιακής φακής δεν αψηφάς τες έγνοιες,Σημείο δε στέρνει σου άδηλο σαν κάθεται ο Βοώτης. Σπέρνε, κι' ακλούθα τους σπαρμούς, ως την καρδιά της πάχνης. Για τούτο κι' όλας ο λαμπρός φωστήρας κυβερνάειΤον κύκλο, που μοιράζεται σε μέρη μετρημένα,Μ' άστρα του κόσμου δώδεκα. Κατέχουν πέντε ζώνεςΤον ουρανό· κ' η μία τους κοκκινισμένη πάνταΕίνε απ' τον ήλιο τον αψύ και πάντα είνε καμένηΑπό τες φλόγες, και γυρνούν οι τελευταίες οι δύο,Πούνε δεξιά κι' αριστερά, τρογύρου της γαλάζιες,Και που τες πήγουν οι βροχές οι μελανές κ' οι πάγοι. Σ' εκείνες και στη μεσινήν ανάμεσα άλλες δύοΗ χάρη των αθάνατων στους δόλιους τους ανθρώπουςΈδωκε· κ' είνε από τη μια στην άλλη χαραγμένοςΔρόμος, κ' εκεί η λοξή σειρά των σημαδιών κινιέται. Καθώς προς τες Ριπαίες κορφές και τη Σκυθίαν ο κόσμοςΣηκόνεται ανηφορητός, στα νότια της ΛιβύαςΧαμηλωμένος ροβολά· για μας ταψήλου πάνταΕίνε ένας πόλος· μα οι ψυχές κ' η μαύρη Στύγα βλέπουνΑυτόν πούνε αποκάτου μας. Ο δράκοντας ο μέγαςΜε λυγισιές κοδελλωτές κυλά γύρω στον έναν,Σαν ποταμός ανάμεσα στες δύο τες Αρκούδες:Αρκούδες που στον ωκεανό φοβούνται να βουτήσουν. Στον άλλο, λεν, ή σιγαλή βαθειά νυχτιά κυριεύει,Κ' η νύχτα πάντοτε απλωτή πυκνόνει τα σκοτάδια,Ή κ' έρχεται από μας η Αυγή και φέρνει την ημέρα·Κι' όταν με τα λεχάμενα φαριά, σαν πρωτοβγαίνει,Ο ήλιος χουχουλόνει εμάς, το βραδιανό το φως τουΣτον άλλον πόλο κόκκινος ανάβει ο Αποσπερίτης. Μπορούμε εδώθε τους καιρούς να μάθουμε από πρώταΣτον ουρανό τον άστατον εδώθε και την ώραΤου θερισμού και του σπαρμού· κι' ακόμα πότε αρμόζειΤάπιστο κύμα με κουπιά να βαρηθεί και πότεΣτο πέλαγο θένα σπρωχτούν οι αρματωμένοι στόλοι,Ή στο δρυμό θένα ριχτεί το γενομένο πεύκο. Κι' ας μην παραμονεύουμε κι' ανατολή και δύσηΤων σημαδιών στα περιττά και τη χρονιά που πάνταΕίνε η ίδια με τους τέσσερους ξεχωριστούς καιρούς της. Σύντα βροχή κρυαδερή κλει μέσα τον εργάτη,Μ' άνεση γένονται πολλά που μεταβιάς σαν είνεΞαστερωμένος ο ουρανός μ' ασπούδα θα γενόνταν:Του στομωμένου του γυννιού σφυροκοπά το δόντιΟ ζευγουλάτης το σκληρό· στο δέντρο σκάφτει σκάφες,Ή και με το σημάδι του τα πρόβατα σφραγίζει,Ή τους σωρούς του μ' αριθμούς. Ξουβλίζουν πελεκώνταςΆλλοι τες διπλοκέρατες φουρκάτες και τους πάλους,Και δεμασιές για τ' απαλό το κλήμα συγυρίζουνΑμεριανές· ας πλέκεται με τη βατένια βέργαΤώρα καλάθι βολικό, τώρα καρπούς στη φλόγαΨένετε, τώρα αλέστε τους με το κοτρώνι. ΒέβαιαΚαι τες γιορτές να γένονται κάποιες δουλιές το δίκηοΚ' οι νόμοι αφίνουν, και καμιά θρησκεία δεν εμποδίζειΤα ποταμάκια να οδηγάς, για τα σπαρτά ν' απλόνειςΦράχτες, παγίδες για πουλιά να στιείς, να καις αγκάθια,Και το κοπάδι των αρνιών στο υγέστατο ποτάμιΝα κολυμπάς· πολλές φορές φορτώνει κι' ο αγωγιάτηςΠάνου στη ράχη του οκνηρού του φορτικιού το λάδιΚαι τα φτηνά τα οπωρικά, και χαραχτό ληθάριΦέρνει οχ τη χώρα γέρνοντας και μάζα μαύρης πίσσας. Τες πρόσφορες για τες δουλιές ημέρες μ' άλλη τάξηΚαι το φεγγάρι εδιόρισεν: αλάργευε την πέμτη,(Τες Εριννύες εγέννησε, τον Άδη κι' όλας, σύνταΗ γης με γέννα βλάστημη τον Ιαπετό, τον ΚοίονΈκαμε και τον άσπλαχνο τον Τυφωέα, κι' όλαΤαδέρφια, πούχαν ορκιστεί τον ουρανό να σκίσουν. Αγωνιστήκαν τρεις φορές την Όσσα να ποθώσουνΠάνου στο Πήλιο, ω θάμασμα, και πάνου από την ΌσσαΤο δεντρωμένον Όλυμπο βάλθηκαν να κυλήσουν. Μα τα στημένα τα βουνά μ' αστροπελέκι ο ΔίαςΡειπίζει και τες τρεις φορές. ) Και βολικιά είνε μέραΓια να φυτεύεις κλήματα και να μερόνεις βώδιαΠιασμένα, και σε ξύφαση να δένεις τα στημόνια,Η δέκατη που ακολουθά την έφτατη· στο φύγιΚαλλίτερη είνε η έννιατη, στα κλεψιμιά είνε ενάντια.
Και κάλλιο γένονται πολλά την κρύα τη νύχτα κι' όλας,Ή το πουρνό σύντα τη γης ο Αυγερινός δροσιάζει:Κάλλιο το φλέστρο ταλαφρύ κοσσίζεται τη νύχτα,Νύχτα τα στεγνολίβαδα· νοτιές που μαλακόνουνΈχουν οι νύχτες. Κι' αγρυπνά πρόσαργα το χειμώναΚάποιος στο φως του λυχναριού και με τ' ακονισμένοΣίδερο σκίζει τα δαδιά, κι' ως τόσο με τραγούδιΠαρηγορά τους μακρυνούς τους κόπους η συμβίαΣυροκελώντας το ηχερό το χτένι στα στημόνια,Ή και στες φλόγες το γλυκό χυμό του μούστου βράζει,Ξαφρίζοντας του λεβετιού, που τράζεται, το χόχλοΜε φύλλα. Μα θερίζονται μες την καρδιά της ζέστας,Τα κόκκινα γεννήματα, και στην καρδιά της ζέσταςΣτ' αλώνια ξεσπορίζονται τ' απόξερα σιτάρια. Σπέρνε γυμνός· αλάτρευε γυμνός· τι το χειμώναΆνεργοι μένουν οι γεωργοί, και το συνέμπασμά τουςΟι δουλευτάδες γεύονται συχνά με τες κρυάδες,Κι' αλλήλως τους χαιράμενοι φροντίζουν για συμπόσια. Καλεί ο χειμώνας σε γιορτές και καταλυεί τες έγνοιες,Καθώς τα πλοία σαν έρχονται γιομάτα στο λιμάνιΚ' οι ναύτες με χαρές κρεμούν στην πρύμνη τους στεφάνια. Κ' είνε όμως τότες ο καιρός τα μύρτα τα αιματένια,Οι εληές, τα δαφνοκούκουτσα, και τα δεντροβαλάνιαΝα μαδηθούν, συρτοθηλειές για γερανούς και δίχτυαΓια λάφια τότες να στηθούν· να ξατρεχτεί ο μακραύτηςΛαγός· κι' αυτός που τα σκοινιά στριφογυρνά σφεντόνας,Βαλεαρικής από στουππί, ζαρκάδι να τρυπήσει,Ενώ το χιόνι κοίτεται ψηλά και κατεβάζουνΟι ρεματιές των ποταμών κομματιασμένους πάγους. Και τι για τάστρα θένα πω, και τι για τα δρολάπιαΤου χινοπώρου; Τι γι' αυτά που πρέπει να προσέχουνΟι ανθρώποι, σα γένονται μικρότερες οι μέρεςΚ' οι ζέστες μαλακώτερες; ή τον καιρό που φεύγειΗ άνοιξη η βρεχάμενη και σαν αναγριτσιάζειΤ' αστακωμένο γέννημα στους κάμπους και φουσκόνουνΣτο φλέστρο τους το πράσινο γαλατερά τα στάρια;Εγώ συχνά, κι' αφού ο γεωργός επήρε στα χωράφιαΤα κίτρινα το θεριστή, κι' αφού είχε σπάσει κι' όλαςΚριθάρια απ' τα λιγάθινα τα φλέστρα, των ανέμωνΕίδα παντούθε ορμητικά ν' ανταμωθούν οι αμάχες,Που αναπελλούσαν τα σπαρτά τα πολυβαρεμέναΑπό τα βάθη, ξίριζα, ταψήλου ρίχνοντάς τα. —Με μαύρο ανεμοστρούφουλα τανάλαφρο το φλέστροΚαι το πετούμενο άχυρο παίρνει ο χειμώνας όμοια. —Πλήθος αρίφνητο νερά συχνά πλακόνουν κι' όλαςΤον ουρανό, και τάσκημο δρολάπι κουλουμόνουνΓνέφια, που από το πέλαγο μαζεύονται γιομάταΜαύρες βροχάδες, και κυλά ο τρίψηλος αιθέρας,Και τα χαρούμενα σπαρτά και των βωδιών οι κόποιΣαχλιάζουν στα δαρτά νερά, γιομίζουν τα χαντάκια,Φουσκόνουν στο κρεββάτι τους οι ποταμοί βροντώντας,Κ' η θάλασσα με τ' αφριστά τα κύματά της βράζει. Ο Δίας με χέρι αστραφτερό μες των γνεφιών το σκότοςΡίχνει τ' αστραποπέλεκο. Τη γης την τρισμεγάληΣεισμός ταράζει· εχάθηκαν τ' αγρίμια· και στον κόσμοΔειλιάζει τρόμος ταπεινός τ' ανθρώπινα τα σπλάχνα. Αυτός με βόλι φλογερό τον Άθο ή τη ΡοδόπηΉ τα Κεραύνια τα ψηλά χτυπά· διπλόνει ο Νότος,Ως κ' οι βροχάδες οι πυκνές· και τώρα κλαιν τα δάσα. Και τώρα κλαίνε κ' οι γυαλοί για τ' απεικά φυσούνια. Αυτό φοβούμενος κ' εσύ θένα τηράς τους μήνεςΚαι τους πλανήτες τουρανού και που του Κρόνου τάστροΑποτραβιέται το ψυχρό, κ' η φλόγα της ΚυλλήνηςΜε τι περιγυρίσματα στον ουρανό πλανιέται. Το πρώτο απ' όλα τους θεούς θένα τιμάς και κάθεΧρονιά θα κάνεις της τρανής της Δήμητρας θυσίες. Στο χόρτο το γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα. Σύντα σωθούν της χειμωνιάς οι τελευταίες ημέρεςΚι' αρχίσει κι' όλας η άνοιξη με τες καλοκαιρίες. Παχειά είνε τότες και ταρνιά, καλότατα τ' ακράτα,Τότες κ' οι ύπνοι είνε γλυκοί κ' οι ισκιές πυκνές στα όρη. Για σε ας τιμά τη Δήμητρα του κάμπου η νεολαίαΌλη, και συ για λόγου της ας λυώνεις τες κηρήθρεςΣτο γάλα και στο νόστιμο το χάρισμα του Βάκχου·Και τρεις φορές ολόγυρα στους νέους καρπούς ας έρθειΤο θύμα το ευτυχιστικό που θα το συνοδεύουνΣύντροφοι αναγαλλιάζοντας κι' όλοι οι τραγουδιστάδεςΜε τες φωνές τους κράζοντας τη Δήμητρα στα σπίτια. Και κόσσα κάτου απ' τώριμο ταστάκι ας μην ποθώσειΚανείς, α για τη Δήμητρα δε στεφανώσει πρώταΜε ιδρύ πλεχτό το μέτωπο κι' ανίσως πριν δεν κάμειΑσύστατα κουνήματα κι' α δεν ειπεί τραγούδια. Για να μπορούμε κι' όλα εμείς με θετικά σημεία,Τούτα να προγνωρίζουμε: κάψες, βροχές και ανέμουςΠου τες κρύαδες οδηγούν, εδιόρισε ο πατέραςΟ Δίας τι το μηνιάτικο φεγγάρι θα ορμηνεύει,Με τι άστρο πέφτουν οι νότιες, συχνά τι βλέπει ο εργάτηςΤόμου κρατεί σιμώτερα στους σταύλους τα κοπάδια. Αμέσως σα θα σηκωθούν ανεμικές ή αρχίζειΑνήσυχο το μάμαλο της άρμης να φουσκόνει,Και στα ψηλότερα βουνά ν' ακούγεται ένας κρότοςΞερός, ή ανακατόνονται στα μακρυνά αντηχώνταςΟι ακρογιαλιές και του δρυμού περσεύει το μουρμούρι. Και μεταβιάς ταπόζαβα σκαριά φυλάει το κύμα. Τόμου γοργά οι βουτουναριές πετούν από τη μέσηΤης θάλασσας και στους γιαλούς τα κράσματά τους φέρνουν,Παίζουν στην ξέρη οι κόλυμποι και παραιτούν τες λίμνεςΤες γνωρισμένες οι ρωδιοί στα σύγνεφα πετώντας. Σαν περιμένονται άνεμοι συχνά θα βλέπεις κι' όλαςΆστρα να χύνονται μ' ορμή, και στης νυχτός το σκότοςΟπίσω τους ν' ασπρολογούν μακρές αράδες φλόγας·Συχνά ν' αεροστέκονται και τα πεσμένα φύλλαΚαι τάχυρο τανάλαφρο, και στων νερών την όψηΝα παιγνιδούν πλεούμενα φτερά. Μα σαν αστράφτειΑπό το μέρος τ' αγροικού Βορηά και σα βροντάειΤου Εύρου και του Ζέφυρου το σπίτι, τότε οι κάμποιΈπλεξαν, πες, μ' ολόγιομες τες σούδες κι' όλοι οι ναύτεςΣτη θάλασσα το ογρό παννί μαζεύουν. Και ποτέ τηςΑνειδοποίητα η βροχή δεν έβλαψε: ή τη φεύγουν,Όταν ανασηκόνεται, τανάερα τα γεράνιαΣτες λαγγαδιές τες χαμηλές, ή μ' ανοιχτά ταρθούνιαΚοιτάζοντας τον ουρανό ρουφά η δαμάλα αέρα,Ή γύρου στα λιμνιά πετά λαλώντας χελιδόνιΚαι οι βαθρακοί το μάλωμα ταρχαίο στο βάλτο ψάλλουν·Κι' απ' το γιατάκι το κρουφό βγάζει συχνά τ' αυγά του,Περνώντας πάντα στο στενό στρατί του το μερμήγκι,Κ' η δόξα πίνει το νερό, κ' οι κόρακες φουσάτο,Γυρίζοντας από βοσκή, σαν το μεγάλο ασκέρι,Με τες φτερούγες άκοπα πολλήν αντάρα κάνουν. Τα διάφορα πετούμενα της θάλασσας κ' εκείναΠου περπελλούν στ' ανάλατα βιβάρια του Καΰστρου,Ολόγυρα από τ' Ασιακά λιβάδια, θένα βλέπειςΝα χύνουν άφτονες βροχές στους νώμους τους με ζήλο. Και πότε το κεφάλι τους στα κύματα να γδόνουν. Πότε να τρέχουν στα νερά, και πάλι θα τα βλέπειςΝα λαχταράν το βιαστικό το λούσιμο τουκάκου. Κράζει βροχάδες κ' η μιαρή κουρούνα με την πλέριαΦωνή και μόνη στο στεγνό ακρογιαλι σεργιανάει. Και μάλιστα κ' οι κορασιές που το μαλλί τη νύχταΓρένουν, γνωρίζουν τον καιρό τον άσκημο σα βλέπουνΤο λάδι να σπιθοβολά στον αναμμένο λύχνοΚαι να μορφόνονται σαπρές καψάθρες στο φυτίλι. Κι' απ' τη βροχή θε να μπορείς τες ξαστεριές που αρχίζουνΚαι τες λιακάδες να προϊδείς κι' από σημάδια βέβαιαΝα τες γνωρίζεις: επειδή των άστρων τότε η λάμψηΔε θένα φαίνεται θαμπή· σα βγαίνει το φεγγάριΣτην κοκκινάδα του αδερφού δε θάνε υποταγμένο·Δε θα γυρίζουν σύγνεφα ψιλά σαν αρνοπόκιαΣτόν ουρανό· και στους γιαλούς, στο χλιαρό τον ήλιο,Δε θε ν' ανοίγει τα φτερά ταγαπημένο το όρνιοΤης Θέτιδας, και να σκορπούν δε θα θυμούνται οι χοίροιΤάδετα τα χερόβολα με τ' άπαστρό τους στόμα. Μα τότες πέφτουν χαμηλά τα γνέφια και στον κάμποΑπλόνονται· και βλέποντας το κάθισμα του ήλιου,Απ' την ψηλότερη κορφή, τουκάκου η κουκκουβάγιαΤα βραδιανά τραγούδια της αρχίζει. ΞαναφαίνειΟ Νίσος ψηλοπέταχτος στον καθαρόν αέραΚ' η Σκύλλα για την πορφυρή την κόμη τιμωριέται. Όπου κι' α σκίζει φεύγοντας εκείνη τον αιθέραΤον αλαφρό, νάτος ο οχτρός, ο φοβερός ο Νίσος,Με σαλαγή την κυνηγά μεγάλη μες τες αύρες·Κ' εκεί που ο Νίσος χύνεται στες αύρες, φεύγει εκείνηΓοργά και σκίζει το φτερό τον αλαφρόν αιθέρα. Τότες τρεις τέσσερις φορές από το στενεμένοΛαρούγγι τους οι κόρακες φωνές καθάριες βγάζουν,Και στες ψηλές τους τες μονιές, δεν ξέρω για ποια γλύκα,Καλόρεχτοι περσότερο παρά όσο συνειθίζουνΜέσα στα φύλλα αλλήλως τους συχνά κάνουν αντάρες,Και ξαναβλέπουν με χαρές, σαν παύουν οι βροχάδες,Τανήλικα τα τέκνα τους και τη γλυκειά φωλιά τους. Και δεν πιστεύω αληθινά πώς θεϊκιά έχουν φύση,Ή γνώση των μελλάμενων περσότερη, μα βέβαια. Σαν οι φουρτούνες κ' οι άστατες νοτιές το δρόμο αλλάξουνΚι' όταν ο Δίας ο βροχερνός πυκνώσει με τους ΝότουςΌσα ήταν λίγο πριν αρηά και ξαναρηώσει όσα ήτανΠυκνά, τα είδη των ορμών αλλάζουν και στα στήθιαΤώρα άλλα ακούν κουνήματα, κι' άλλα σαν οι ανέμοιΤα γνέφια έφερναν. Των πουλιών εδώθε οι τραγουδίεςΣτους κάμπους, και τα γελαστά κοπάδια, κ' οι κοράκοιΠου σκούζουν με το λάρυγγα κι' από χαρά αλαλάζουν. Μα κι' αν τηράς το γλίγωρον τον ήλιο ή τα φεγγάρια,Που ξακλουθιώνται ταχτικά, δε θένα σε γελάειΚαμία φορά το αντίμερο και δε θα σε ξαφνίσουνΟι δόλοι ξάστερης νυχτός. Ανίσως το φεγγάρι,Σα συμμαζεύει στην αρχή τες στιες που ξαναγέρνουν,Μαύρον αέρα περικλεί στάφεγγα κέρατά του,Βροχάδες για το πέλαγο και για τους δουλευτάδεςΜεγάλες ετοιμάζονται. Μα ανίσως κοκκινάδεςΤου χύνονται στο πρόσωπο παρθενικές, αέραςΘε νάρθει. Η Φοίβη πάντα της μ' αέρες κοκκινίζει. Αν το εναντίο την τέταρτην ημέρα (γιατί αυτή είνεΗ θετικώτερη πηγή) στον ουρανό διαβαίνειΚαθάριο και με μυτερά τα κέρατα, όλη η μέραΕκείνη, κι' όσες από αυτήν γεννιώνται, ως να τελειώσειΟ μήνας, θάνε ανίδεες από βροχή κι' ανέμους,Κι' άβλαβοι οι ναύτες στους γιαλούς τα τάματα θα πάρουνΣτο Μελικέρτη της Ινώς, στο Γλαύκο, στην Πανόπεια. Κι' ο ήλιος θα σου προβοδά σημάδια, σαν προβάλλειΚι' όταν στο κύμα κρούβεται· τον ήλιο συντροφεύουνΣημάδια θετικώτατα· και μέρος τους μαζή τουΕκείνος φέρνει την αυγή κι' άλλα σα βγαίνουν τάστρα. Όταν αυτός, σε σύγνεφο κρουμμένος, με κουκκίδεςΤο πρώτο του τ' ασήκωμα πλουμίζει και τη μέσηΤου δισκαριού του ανατραβά, βροχές θε να υποψιάσεις,Τι βλαβερός για τα σπαρτά, τα ζα, τα δέντρα ο ΝότοςΠλακόνει από το πέλαγο. Κι' όταν, σαν ξημερόνει,Μέσα στα γνέφια τα πυκνά ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες,Κι' όταν αχνή προβάλλει η Αυγή την κλίνη παραιτώνταςΤην κίτρινη του Τιθωνού, άχ κακοδιαφεντεύειΤότες το κλήμα τώριμο σταφύλι του· βροντώνταςΠλήθιο χαλάζι τρομερό χοροπηδά στες σκέπες. Κι' όταν, σαν περιδιάβηκε τον ουρανό, μισεύει,Σου αξίζει περισσότερο και τούτο να θυμάσαι,Γιατί συχνά τα διάφορα χρώματα να πλανιώνταιΣτο πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοί βροχές το μαύρο,Σιρόκους το κοκκινωπό σα στια, μα το εναντίο,Α με τη στια τη λαμπερή να σμίγουν και κηλίδεςΑρχίζουν, τότες θένα ιδείς τα πάντα ν' αναβράζουνΜε αέρες και με σύγνεφα. Κανείς αυτήν τη νύχταΝα ταξιδεύω πέλαγα δε θένα με ορμηνέψει,Ή να ξεσπάσω από τη γης του καραβιού τον κάβο. Μα αν είνε ο δίσκος φωτεινός, σαν την ημέρα φέρνει,Ή κρούβει εκείνην που έφερε, θα σκιάζεσαι του κάκουΚατακλυσμούς, και θένα ιδείς τα δάσα να κινιώνταιΜε τον καθάριο το βορηά. Και τέλος τι θα φέρειΤαπόβραδο και τι ο Νοτιάς ο ογρός στο νου του βάζει,Και πούθε ο αέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θα φέρει,Ο ήλιος δείχνει· ποιος τολμά τον ήλιο να πει ψεύτη;Συχνορμηνεύει κι' όλα αυτός πως μυστικές αντάρεςΒράζουν κι' απάτες και κρουφοί πολέμοι αναφουσκόνουν. Αυτός, κι' όταν ο Καίσαρας ετέλειωσε, τη ΡώμηΛυπήθηκε, αφού εσκέπασε τ' αστραφτερό κεφάλιΜ' άφεγγη σιδεροσκουριά και μ' αναιώνια νύχταΟ ίδιος εφοβέρισε τα βλάστημα τα χρόνια. Κι' όμως σ' εκείνον τον καιρό κ' οι θάλασσες κ' οι ξέρες,Και τα όρνια τα πειραχτικά κ' οι βρωμερές οι σκύλεςΕπρομηνούσαν το κακό. Πόσες φορές την Αίτνα,Που τανοιχτά καμίνια της εκυματοβολούσαν,Τη βλέπαμε στου Κύκλωπα τους κάμπους να ξεβράζει,Και σφαίρες φλόγας και λυωτά λιθάρια να κυλάει;Κι' αχούς αρμάτων άκουσε στους ουρανούς ολούθεΗ Γερμανία, κ' ετάραξαν σεισμοί σπάνιοι τες Άλπες,Κι' αγρίκησε απεικιά φωνή σταμίλητα ρουμάνιαΟ κόσμος, κ' ίσκιους έβλεπε τες νύχτες στα σκοτάδια,Τόσο χλωμούς που εξένιζε· κ' εμίλησαν τα ζώα,(Ω θάμασμα)· και σταματούν οι ποταμοί και χάσκειΗ γης· και μέσα στους ναούς το φίλντισι θλιμμένοΔακρύζει και το χάλκωμα νοτεύει από τον ίδρο. Και πλημμυρίζει ο Ηριδανός, των ποταμών ο ρήγας,Τα δάσα στραγγουλίζοντας με μανιακή ρουφήχτραΚαι τα κοπάδια σύσταυλα παντού στους κάμπους φέρνει. Δεν έπαψαν να φαίνονται στα σκούτουφλα τα σπλάχναΝευρούδια που εφοβέριζαν, δεν έπαψε να βγαίνειΣυναίμα από τα βρυσικά πηγάδια και τη νύχταΑπό τους λύκους που ούρλιαζαν ν' αντιλαλούν οι χώρες. Άλλες φορές περσότερα βόλια δεν έχουν πέσειΑπό τον ξάστερο ουρανό και δεν εφλογιστήκανΤόσοι κομήτες άραχνοι. Γι' αυτό ξανάειδαν πάλιΟι Φίλιπποι ν' ανταμωθούν, αλλήλως τους ενάντια,Όμοια φορώντας άρματα τ' ασκέρια των Ρωμαίων·Κ' οι αθάνατοι δεν έκριναν άπρεπο να παχύνουνΤην Ημαθία δυο φορές και τανοιχτά λιβάδιαΤου Αίμου με το αίμα μας. Σταλήθεια θάρθει η ώρα,Που αναγυρίζοντας τη γης με το γυρτό το αλέτρι,Ο ζευγουλάτης θένα βρει ξιφάρια φαγωμέναΑπό τη σκουριά τη ροβή. Με τες βαρειές αξίνεςΚούφια μουριόνια θα χτυπά, και κόκκαλα τεράστιαΣτανασκαμμένα μνήματα με θαμασμό θα βλέπει. Ω πατρικοί ντόπιοι θεοί, και Ρώμυλε και ΕστίαΜητέρα που τον Τίβερη φυλάς και τα ΠαλάτιαΤης Ρώμης, μη μποδίσετε τουλάχιστο το νέοΤούτον εδώ τανάποδα τα χρόνια να συντρέξει!Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμαΤης Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους,Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του ΟλύμπουΤα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμαΓια τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιοΑλλάχτηκε και τ' άδικο: κ' ήρθαν στον κόσμο τόσοιΠόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν. Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ' αλέτρι δεν τιμάει,Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια,Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουνΣκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης,Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουνΟι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες. Και ανεύλαβος λυσσομανά σ' όλον τον κόσμο ο Άρης,Καθώς, όταν τα τέθριππα χυθούν από το κλείσμα,Περσεύουν πάντα την ορμή, και τον αμαξολάτη,Οπού του κάκου ανατραβά τα γκέμια, συνεπαίρνουνΤαλόγατα και στα λουριά δεν πείθεται τ' αμάξι.